Cart
No products in the cart.
τηλ. εξυπηρέτηση: (+30) 231 231 1760
Ωράριο: Δ-Π: 09:00-17:00
email: info@frontismed.gr
Δωρεάν Μεταφορικά από 70,00€
- Ισχύει μόνο για Ελλάδα -
Χ. Μερμίγκης , Σ. Σχίζα, E. Bαγιάκης
OΜΑΔΑ ΔΙΑΤΑΡΑΧΩΝ ΥΠΝΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΝΕΥΜΟΝΟΛΟΓΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ
H εφαρμογή θετικής διαρρινικής πίεσης στους αεραγωγούς με χρήση ειδικών συσκευών (CPAP) αποτελεί την θεραπεία εκλογής για το μέτριο-σοβαρό αποφρακτικού τύπου σύνδρομο απνοιών–υποπνοιών κατά τον ύπνο (ΣΑΥΥ). Η εν λόγω θεραπεία έχει αποδειχθεί αποτελεσματική στην αντιμετώπιση των ημερήσιων και νυκτερινών συμπτωμάτων του ΣΑΥΥ, αλλά και των βραχυ- και μακροπρόθεσμων επιπλοκών του συνδρόμου από το καρδιαγγειακό, νευρικό και ενδοκρινικό σύστημα. Η έναρξη της θεραπείας με CPAP προϋποθέτει την ορθή διάγνωση του υποκείμενου συνδρόμου, την προμήθεια και τεχνική υποστήριξη της αντίστοιχης συσκευής, την ψυχολογική-ιατρική υποστήριξη του ασθενούς στο αρχικό διάστημα εφαρμογής της θεραπείας (προς αποφυγή φαινομένων μη αποδοχής αυτής) και την τακτική παρακολούθηση του ασθενούς σε ειδικό κέντρο. Η δαπάνη του υγειονομικού συστήματος σε ό,τι αφορά τον εφοδιασμό των ασθενών με τις απαιτούμενες συσκευές και τα αναλώσιμα εξαρτήματα τους είναι υποπολλαπλάσια εκείνης που θα προκύψει σε τυχόν μη έγκαιρη αντιμετώπιση του συνδρόμου και εμφάνιση των δυσμενών βραχυ- και μακροπρόθεσμων επιπλοκών αυτού.
Oι κατωτέρω οδηγίες προκύπτουν βάση των από καιρού εφαρμοζόμενων αρχών διάγνωσης και αντιμετώπισης του ΣΑΥΥ στις ΗΠΑ, όπου υπάρχει σαφής καθορισμός της ειδικότητος της «Ιατρικής του ύπνου» και των αρμόδιων κέντρων (με τον απαραίτητο εξοπλισμό και ειδικευμένο ιατρονοσηλευτικό προσωπικό) για διάγνωση–αντιμετώπιση του ΣΑΥΥ και παροχή των αναγκαίων ιατρικών στοιχείων για κάλυψη εκ των υγειονομικών υπηρεσιών του απαιτούμενου κόστους του θεραπευτικού εξοπλισμού.
H απόφαση ή μη για έναρξη θεραπείας με CPAP δεν εξαρτάται μόνον από παραμέτρους της παρακολουθούμενης πολυσωματοκαταγραφικής μελέτης ύπνου αλλά και από στοιχεία εκ του ιστορικού και της κλινικής εξέτασης.
Με βάση αυτό κανείς δεν πρέπει να υποβάλλεται σε μελέτη ύπνου χωρίς εξέταση από εξειδικευμένο ιατρό (που να πληρεί τα από την Ελληνική Πνευμονολογική Εταιρεία τιθέντα κριτήρια), προκειμένου να αποφευχθεί η διενέργεια άσκοπων μελετών ύπνου και να μειωθεί η αναμονή των ασθενών που έχουν ένδειξη για διενέργεια της συγκεκριμένης εξέτασης στα εργαστήρια ύπνου.
Η προτεινόμενη διαδικασία προ της συνταγογράφησης CPAP, οι ενδείξεις χορήγησης CPAP, η επιλογή του κατάλληλου τύπου συσκευής και η παρακολούθηση των ασθενών έχει ως ακολούθως:
Εφόσον ο Δείκτης Απνοιών-υποπνοιών (ΑΗΙ) ανά ώρα ύπνου είναι μια εκ των βασικών παραμέτρων για απόφαση συνταγογράφησης ή μη CPAP, πρέπει ο καθορισμός των αναπνευστικών επεισοδίων να γίνεται με τον ίδιο τρόπο (βάση των κριτηρίων της ΑASM) σε όλα τα εργαστήρια ύπνου της χώρας μας.
Ως άπνοια ορίζεται η μείωση του εύρους του σήματος του θερμικού ανιχνευτή (thermistor ή thermocouple) σε ποσοστό ≥ 90% από το βασικό εύρος σήματος για διάρκεια ≥ 10 δευτερολέπτων . O καθορισμός μιας άπνοιας δεν απαιτεί την σύγχρονη παρουσία αποκορεσμού αιμοσφαιρίνης ή μικροαφύπνισης. Ο καθορισμός του κεντρικού, αποφρακτικού ή μικτού τύπου γίνεται βάση των υπαρχόντων έως τώρα κριτηρίων.
Η υπόπνοια ορίζεται με δύο τρόπους
α. πτώση του σήματος εκ του ρινικού μετατροπέα πιέσεως (ή αναπνευστικής επαγωγικής πληθυσμογραφίας) κατά 50% σε σχέση με το βασικό εύρος σήματος διαρκείας ≥ 10 δευτερολέπτων, εφόσον συνοδεύεται από επακόλουθο αποκορεσμό αιμοσφαιρίνης ≥3% ή/και μικροαφύπνιση.
β. πτώση του σήματος εκ του ρινικού μετατροπέα πιέσεως(ή αναπνευστικής επαγωγικής πληθυσμογραφίας) κατά 30% σε σχέση με το βασικό εύρος σήματος διαρκείας ≥ 10 δευτερολέπτων εφόσον συνοδεύεται από επακόλοθο αποκορεσμό αιμοσφαιρίνης ≥4%. Αμφότεροι, οι α και β ορισμοί για τις υπόπνοιες, πρέπει να χρησιμοποιούνται κατά τον καθορισμό των αναπνευστικών επεισοδίων. Σε περίπτωση χρήσης ενός μόνο εκ των δύο ορισμών αυτό θα πρέπει να αναφέρεται στην έκθεση της μελέτης ύπνου.
Είναι σαφές ότι ο καθορισμός υποπνοιών απαιτεί χρήση ρινικού μετατροπέα πιέσεως ή εναλλακτικά αναπνευστικής επαγωγικής πληθυσμογραφίας και δεν μπορεί να γίνει με την χρήση μόνον θερμικού ανιχνευτή (thermistor ή thermocouple). Ο τελευταίoς είναι ευαίσθητος για την ανίχνευση απνοιών όχι όμως υποπνοιών. Επί τυχόν μη λειτουργίας του ρινικού μετατροπέα πίεσης κατά την μελέτη και αδυναμίας διόρθωσης του τεχνικού προβλήματος (φαινόμενο όχι ασύνηθες στην καθημερινή κλινική πρακτική) o καθορισμός των υποπνοιών θα γίνει αναγκαστικά με χρήση του θερμικού ανιχνευτή. Σε αυτήν την περίπτωση θα υφίσταται πιθανή υποεκτίμηση των υποπνοιών ( που θα πρέπει να αναφερθεί στην χορηγούμενη γνωμάτευση, ιδίως σε περιστατικά που δεν πληρούν κριτήρια για χορήγηση CPAP και πιθανώς θα πρέπει να υποβληθούν εκ νέου σε μελέτη με αμφότερους τους ανιχνευτές ροής εάν υπάρχει έντονη κλινική υποψία για αναγκαιότητα χρήσης CPAP ). Ο θερμικός ανιχνευτής δύναται να χρησιμοποιηθεί ως εναλλακτική συσκευή για ανίχνευση υποπνοιών (παρά τους προαναφερθέντες περιορισμούς) μόνον επί μη λειτουργίας του μετατροπέα πιέσεως. Εναλλακτική και εξαιρετικά αξιόπιστη επιλογή είναι και η χρήση αναπνευστικής επαγωγικής πληθυσμογραφίας (η οποία όμως διατίθεται σε περιορισμένο αριθμό εργαστηρίων της χώρας μας). Επίσης είναι σαφές ότι η χρήση ηλεκτοεγκεφαλογραφήματος είναι αναγκαία για καθορισμό των μικροαφυπνίσεων, οι οποίες περιλαμβάνονται στον α. ορισμό της υπόπνοιας.
Σε κάποιες περιπτώσεις ασθενών με ημερήσια συμπτωματολογία και μη ανεύρεση τυπικού ΣΑΥΥ δύνανται να καθορίζονται οι μικροαφυπνίσεις σχετιζόμενες με αυξανόμενη αναπνευστική προσπάθεια (respiratory effort related arousal, RERA) ως ακολούθως :
RERA: Μια ακολουθία αναπνοών διάρκειας ≥ 10 δευτερολέπτων που χαρακτηρίζεται από αυξανόμενη αναπνευστική πρσπάθεια με εικόνα επιπέδωσης στην κυματομορφή του ρινικού μετατροπέα πιέσεως και οδηγεί σε μικροαφύπνιση. Το αναπνευστικό αυτό επεισόδιο δεν θα πρέπει να πληρεί κάποια εκ των α , β κριτηρίων για τις υπόπνοιες.
Είναι γνωστό ότι ο ακριβής καθορισμός των RERAs γίνεται με μέτρηση οισοφάγειας πίεσης , λόγω όμως του επεμβατικού χαρακτήρα αυτής της μέτρησης δύναται εναλλακτικά να καθορισθεί με χρήση ρινικού μετατροπέα πιέσεως (ή αναπνευστικής επαγωγικής πληθυσμογραφίας)
Σε περίπτωση προσμέτρησης τέτοιων επεισοδίων ο δείκτης απνοιών –υποπνοιών (AHI) θα ονομασθεί δείκτης αναπνευστικής διαταραχής (RDI, respiratory disturbance index) ώστε πλην των απνοιών και υποπνοιών να περιλαμβάνει και τα RERAs.
Συνεπώς οι ασφαλιστικοί οργανισμοί θα πρέπει να αποδέχονται δυο δείκτες «περιγραφής» της βαρύτητας του συνδρόμου, τον ΑΗΙ και τον RDI , ιδίως για περιστατικά με έντονη ημερήσια συμπτωματολογία και ανευρισκόμενο ΑΗΙ (o oποίος δεν περιλαμβάνει RERAs) που να μη δικαιολογεί χρήση CPAP.
Μετά την διενέργεια πολυσωματοκαταγραφικής μελέτης ύπνου και τον σαφή καθορισμό του AHI η απόφαση για έναρξη θεραπευτικής αντιμετώπισης με CPAP (μετά από νέα μελέτη τιτλοποίησης πιέσεων υπό CPAP) θα τεθεί εάν :
Ο δείκτης απνοιών-υποπνοιών ανά ώρα ύπνου (ΑΗΙ) είναι μεγαλύτερος ή ίσος του 15 (ΑΗΙ ≥ 15 αναπνευστικών επεισοδίων ανά ώρα ύπνου) ή
ΑΗΙ > 5 και < 15 αναπνευστικά επεισόδια ανά ώρα ύπνου και παρουσία ενός ή περισσοτέρων εκ των κατωτέρω
α. Ημερήσια υπνηλία
β.Γνωσιακές διαταραχές (διαταραχή μνήμης, προσοχής, εκμάθησης, συγκέντρωσης κλπ)
γ. Διαταρχή συναισθήματος ή αϋπνία δ. Αρτηριακή Υπέρταση
ε. Ισχαιμική καρδιοπάθεια
στ. Ιστορικό εγκεφαλικού επεισοδίου
Ο καθορισμός της ημερήσιας υπνηλίας γίνεται με βάση το αναλυτικό ιστορικό και την ευρέως αποδεκτή κλίμακα υποκειμενικού καθορισμού υπνηλίας Epworth (παράρτημα 1).
O καθορισμός γνωσιακών διαταραχών γίνεται με βάση το αναλυτικό ιστορικό ή εφόσον απαιτείται και με νευρολογική εκτίμηση. Ως γνωσιακές διαταραχές δεν θεωρούνται εκείνες που σχετίζονται με νευρολογικά νοσήματα (άνοιες κλπ) σε ηλικιωμένους ασθενείς .
Ο καθορισμός της αϋπνίας (αδυναμία στην έλευση αλλά και διατήρηση του ύπνου) γίνεται με σαφές ιστορικό και προσκόμιση ημερολογίου ύπνου ,ενίοτε και με παραπομπή για ψυχιατρική εκτίμηση.
Η διαταραχή συναισθήματος, κύρια υπό την μορφή κατάθλιψης, καθορίζεται με σαφές ιστορικό και συμπλήρωση της ευρέως αποδεκτής κλίμακας Beck (παράρτημα 2). Η παραπομπή για ψυχιατρική εκτίμηση κρίνεται κατά περίπτωση.
Ο καθορισμός ύπαρξης υπέρτασης ,ισχαιμικής καρδιοπάθειας ή εγκεφαλικού επεισοδίου γίνεται με προσκόμιση ιατρικών γνωματέυσεων ιατρών αντίστοιχων ειδικοτήτων.
Ο υπολογισμός του ΑΗΙ θα πρέπει να βασίζεται σε ελάχιστο καταγραφέντα χρόνο ύπνου 2 ωρών (σε πολυσωματοκαταγραφική μελέτη ύπνου). Tα παραπάνω αναφερθέντα αριθμητικά κριτήρια έχουν επαρκή βιβλιογραφική τεκμηρίωση και είναι διεθνώς αποδεκτά.
Στο σημείο όμως αυτό θα θέλαμε να επισημάνουμε ότι ο ιατρός δεν θεραπεύει αριθμούς αλλά ασθενείς με προβλήματα και συμπτωματολογία. Η ύπαρξη κλινικής συμπτωματολογίας, ιδίως της υπνηλίας, που αναμένεται να βελτιωθεί είναι ισχυρό κίνητρο για τον ασθενή και τον ιατρό για την έναρξη της θεραπείας. Αν δεν υπάρχει συμπτωματολογία και ο ασθενής δεν έχει άλλες παθήσεις που να καθιστούν την υπνική άπνοια ιδιαίτερα επικίνδυνη ( πχ στεφανιαία νόσος, αρρυθμίες, ιστορικό ΑΕΕ), τότε η σύσταση για CPAP πρέπει να δίδεται με μεγαλύτερη περίσκεψη. Σ’αυτές τις περιπτώσεις η CPAP είναι μια προληπτική θεραπεία δαπανηρότερη και πιο ενοχλητική από άλλες αντίστοιχες όπως η άσκηση, η δίαιτα, η διακοπή καπνίσματος. Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζονται και στους ηλικιωμένους που έχουν φυσιολογικά μεγαλύτερο ΑΗΙ (ως 10 θεωρείται φυσιολογικό για ηλικίες άνω των 65 ετών). Στους ηλικιωμένους εξάλλου είναι πιο αμφίβολη η δυσμενής επίπτωση της υπνικής άπνοιας στην επιβίωση. Τα αριθμητικά κριτήρια μπορεί να ληφθούν υπ’όψιν και σ’αυτούς κατά περίπτωση.
Η συνταγογράφηση CPAP με βάση πολυσωματοκαταγραφική μελέτη ύπνου τύπου split (αρχικό διαγνωστικό κομμάτι ακολουθούμενο στο δεύτερο μέρος της νύκτας από τιτλοποίηση πιέσεων υπό CPAP) πρέπει να εφαρμόζεται σε επιλεγμένες μόνον περιπτώσεις καθότι αφενός μεν δύναται να υποεκτιμά το σύνδρομο (μικρό ποσοστό ή και απουσία REM ύπνου στο πρώτο ήμισυ της νύκτας) ,αφετέρου ο χρόνος που υπολείπεται για τιτλοποίση πιέσεων μπορεί να είναι ανεπαρκής.
Δύναται να εφαρμοσθεί σε περιπτώσεις ασθενών με ΑΗΙ > 40/ώρα (όπως προκύπτει από χρόνο ύπνου κατά το διαγνωστικό μέρος τουλάχιστον 2 ωρών). Ο χρόνος τιτλοποίησης που υπολείπεται πρέπει να είναι τουλάχιστον 3 ώρες. Η διενέργεια μελέτης split δύναται να γίνει και σε ειδικές περιπτώσεις με ΑΗΙ > 20 και <40/ώρα , όταν ο νυκτερινός τεχνικός διαπιστώνει την ύπαρξη σοβαρών αποκορεσμών ή καρδιακών αρρυθμιών απότοκων των αναπνευστικών επεισοδίων. Στην περίπτωση αυτή προχωρά σε τιτλοποίηση με CPAP αφού πρώτα ενημερώσει τον εξιδανικευμένο ιατρό του κέντρου ύπνου και πάρει την απαιτούμενη έγκριση και τις σχετικές οδηγίες. Ο ασθενής παρακολουθείται συχνά ώστε αν η συμπτωματολογία, παρά την εφαρμογή της θεραπείας, εμμένει ή το αποτέλεσμα υπολείπεται του αναμενόμενου συστήνεται η διενέργεια εκ νέου μελέτης τιτλοποίησης με πολυσωματοκαταγραφική μελέτη ύπνου. H συνταγογράφηση της συσκευής CPAP γίνεται από εξειδικευμένο πνευμονολόγο στην ιατρική του ύπνου (βάση των εκ της ΕΠΕ τιθέντων κριτηρίων) , ο οποίος εργάζεται στο συγκεκριμένο εργαστήριο ύπνου . Βάση της υπάρχουσας βιβλιογραφίας και των διεθνών εφαρμοζόμενων αρχών δεν απαιτείται υπογραφή ιατρού ΩΡΛ ή άλλης ειδικότητας για την έγκριση προμήθειας συσκευής CPAP.
α) Οι ΑΡΑΡ συσκευές δε χρησιμοποιούνται για διαγνωστικούς λόγους. Συγκεκριμένες συσκευές ΑΡΑΡ που καταγράφουν ροχαλητό, άπνοιες, υπόπνοιες μέσω μεταβολών ροής, με πληθυσμογραφία αντίστασης ή με τεχνική πολλαπλών υποχρεωτικών ταλαντώσεων (forced oscillation technique) μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε μελέτες τιτλοποίησης με παρόμοια όπως το CPAP αποτελέσματα.
Η διενέργεια τιτλοποίησης μέσω των προαναφερόμενων συσκευών θα πρέπει να διενεργείται με πολυσωματοκαταγραφική μελέτη ύπνου και παρουσία εξειδικευμένου τεχνικού οπότε και σε περίπτωση εμφάνισης συμβαμάτων όπως κεντρικού τύπου απνοιών, επεισόδια υποαερισμού, αφυπνίσεων παρά τη διόρθωση των αναπνευστικών συμβαμάτων, επεισόδια κινήσεων άκρων, να αλλάζει η διαδικασία σε τυπική τιτλοποίηση με απλή CPAP (manual titration). Η τιτλοποίηση πιέσεων με χρήση συσκευών ΑΡΑΡ δεν δύναται να εφαρμοσθεί σε ασθενείς με: καρδιακή ανεπάρκεια, Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια, νυχτερινούς αποκορεσμούς της αιμοσφαιρίνης σε έδαφος άλλων διαταραχών αναπνοής εκτός ΣΑΥΥ όπως π.χ. το σύνδρομο υποαερισμού-παχυσαρκίας, σε ασθενείς που δε ροχαλίζουν ή η έλλειψη ροχαλητού είναι αποτέλεσμα φαρυγγοπλαστικής και σε ασθενείς με κεντρικού τύπου σύνδρομο απνοιών υποπνοιών.
Ασθενείς που η θεραπευτική πίεση στο CPAP ή στο ΑΡΑΡ προσδιορίσθηκε με τον προαναφερόμενο τρόπο θα πρέπει να παρακολουθούνται συχνά, ειδικά τις πρώτες εβδομάδες θεραπείας , για τον προσδιορισμό της ασφάλειας και της αποτελεσματικότητας της. Ωστόσο αν η συμπτωματολογία παρά την εφαρμογή της θεραπείας εμμένει ή το αποτέλεσμα υπολείπεται του αναμενόμενου συστήνεται η διενέργεια εκ νέου μελέτης τιτλοποίησης με τη χρήση CPAP.
Επισημαίνεται ότι η τιτλοποίση με χρήση απλών συσκευών CPAP με βαθμιαία αύξηση πίεσεων από τον τεχνικό του εργαστηρίου μέχρι την ανεύρεση της πίεσης που εξαλείφει τα αναπνευστικά επεισόδια και τα αποτελέσματα αυτών (αποκορεσμοί , μικροαφυπνίσεις) καθώς και το ρογχαλητό σε όλα τα στάδια ύπνου και όλες τις θέσεις ύπνου (ιδιαίτερη έμφαση στη φάση ύπνου REM ,την ύπτια θέση και τον συνδυασμό αυτών) ήταν και παραμένει βάση των νέων οδηγιών η πλέον αποδεκτή μέθοδος τιτλοποίησης. Η προαναφερθείσα παρακολουθούμενη τιτλοποίηση υπό συσκευές τύπου ΑΡΑΡ δύναται να χρησιμοποιηθεί ως εναλλακτική μέθοδος όταν για τεχνικούς ή άλλους λόγους δεν δύναται να γίνει η τυπική τιτλοποίηση υπό απλή CPAP με βαθμιαία αύξηση πιέσεων.
Βάση της υπάρχουσας βιβλιογραφίας δεν συστήνεται η χρήση τους με τιτλοποίηση σε μελέτες τύπου split night. Η συνταγογράφησή των συσκευών ΑΡΑΡ γίνεται από τον εξιδεικευμένο ιατρό του κέντρου ύπνου .
Όπως έχει έως τώρα, κατ’επανάληψη, αναφερθεί πρώτη θεραπευτική επιλογή για το ΣΑΥΥ αποτελεί το CPAP. Το BiPAP αποτελεί θεραπευτική επιλογή σε: α) περιπτώσεις που απαιτούνται ιδιαίτερα υψηλές θετικές πιέσεις για την εξάλειψη του ΣΑΥΥ και επομένως δύσκολα ανεκτές από τον ασθενή, β) επί ιδιαίτερης και μη αντιμετωπίσιμης με τους συνήθεις τρόπους δυσκολίας να εκπνεύσει ο ασθενής έναντι συγκεκριμένης και μη μεταβαλλόμενης θετικής πίεσης γ) και σε συνύπαρξη υποαερισμού κεντρικού τύπου.
Εναλλακτικά μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε σύνδρομα υποαερισμού με συνοδό ημερήσια υπερκαπνία, ή σε ορισμένες περιπτώσεις περιοριστικού τύπου νοσημάτων πνεύμονος.
δ) σε συνύπαρξη υπνικής άπνοιας με πάθηση που προκαλεί υπερκαπνία στην εγρήγορση με υψηλή PaCO2.
Η θεραπεία του ΣΑΥΥ με ΡΑΡ στόχο έχει τη βελτίωση της συμπτωματολογίας, της ποιότητας ζωής , της μείωσης των τροχαίων και εργατικών ατυχημάτων και την αποφυγή ή ελαχιστοποίηση των καρδιαγγειακών επιπλοκών. Η επίτευξη των στόχων αυτών εξαρτάται από την αποδοχή και τη συμμόρφωση του ασθενούς με τη θεραπεία σε βάθος χρόνου. Ως συμμόρφωση με τη θεραπεία ορίζεται η >4 ωρών χρήση/νύχτα του CPAP για τουλάχιστον 5 νύκτες την εβδομάδα, αν και τελευταίες μελέτες δείχνουν ότι όσο περισσότερη η χρήση του τόσο καλύτερη η προστασία στο καρδιαγγειακό. Προγνωστικοί παράγοντες συμμόρφωσης με τη θεραπεία φαίνεται να είναι η βαρύτητα της νόσου με βάση το ΑΗΙ, η ημερήσια υπνηλία, η υποκειμενική βελτίωση μετά την εφαρμογή του CPAP καθώς και η εκπαίδευση και η συχνή, ειδικά κατά τις πρώτες εβδομάδες εφαρμογής του CPAP, παρακολούθηση του ασθενούς. Παράγοντες που επηρεάζουν την αποδοχή και συμμόρφωση αποτελούν η δυσανεξία του ασθενούς στην χορήγηση θετικών πιέσεων ειδικά στη φάση της εκπνοής, προβλήματα εφαρμογής από τη μάσκα τόσο από πλευράς επιλογής (π.χ. δυσανεξία ρινικής μάσκας σε ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε φαρυγγοπλαστική) όσο και από πλευράς εμφάνισης δερματικών ανεπιθύμητων ενεργειών, αίσθηση ξηρότητας των βλεννογόνων ή ρινίτιδος. Λαμβάνοντας υπόψιν τα προαναφερόμενα συστήνεται βάση διεθνών οδηγιών: η εκπαίδευση και αναλυτική ενημέρωση του ασθενούς και της οικογένειας του για τη θεραπεία, η παρακολούθηση της θεραπείας από εξειδικευμένο προσωπικό ειδικά κατά τις πρώτες εβδομάδες εφαρμογής της ώστε να αναγνωρίζονται άμεσα προβλήματα και να ενισχύεται η συνεργασιμότητα του ασθενούς. Συστήνεται η αντικειμενική παρακολούθηση και καταγραφή των ωρών εφαρμογής του CPAP, η χρήση υγραντήρα (η δαπάνη του οποίου πρέπει να καλύπτεται από τους ασφαλιστικούς φορείς) εφόσον, παρά τη λήψη κατάλληλων μέτρων, εμμένει η αίσθηση ξηρότητας δυσχεραίνοντας τη συνεργασιμότητα και κατά προτίμηση, βάση των μέχρι τώρα δεδομένων του θερμαινόμενου υγραντήρα, με σχολαστική τήρηση των κανόνων υγιεινής και της χρήσης απεσταγμένου νερού και όχι νερού βρύσης, για αποφυγή μικροβιακού αποικισμού των αεραγωγών. Επίσης συστήνεται η εφαρμογή συστηματικού προγράμματος εκπαίδευσης και παρακολούθησης της θεραπείας (κλινική παρακολούθησης CPAP: CPAP clinic) , ευθύνη για το σχεδιασμό και την εφαρμογή του έχει ο υπεύθυνος εξειδικευμένος ιατρός του κέντρου ύπνου. H Μodafinil ενδείκνυται για την θεραπεία της υπολειματικής υπνηλίας σε ασθενείς με ΣΑΥΥ που συνεχίζουν να παραμένουν υπνηλικοί παρά την σωστή και επαρκή χρήση CPAP και στους οποίους δεν μπορεί να ανιχνευθεί άλλη αναγνωρίσιμη αιτία υπνηλίας. Η εκτίμηση της υπολειμματικής υπνηλίας και η αναγκαιότητα συνταγογράφησης του φαρμάκου καθορίζεται από τον εξειδικευμένο ιατρό στην ιατρική του ύπνου.
Συστήνεται η μακροχρόνια παρακολούθηση της θεραπείας με ελάχιστη ανά έτος επανεκτίμηση από κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό ώστε να αναγνωρισθούν και να αντιμετωπισθούν εγκαίρως προβλήματα με τη μάσκα CPAP, με τη λειτουργικότητα της συσκευής, με τη συχνότητα και τις ώρες χρήσης ή με υπολειπόμενη συμπτωματολογία ενώ τα στοιχεία από την παρακολούθηση και την εξέλιξη του ασθενούς καταγράφονται επιμελώς στο φάκελό του. Η παρακολούθηση αρχικά προτείνεται να γίνεται βάση κλινικών παραμέτρων: συμπτωματολογίας
(ερωτηματολόγια, ESS, Beck), κλινικής εξέτασης (και ΒΜΙ), βασικού αιματολογικού ελέγχου, εκτίμηση τυχόν συνοσηροτήτων, αξιολόγηση εκτυπώσεων από την κάρτα καταγραφής του ΡΑΡ (όπου αυτό είναι δυνατόν), επισκόπηση μηχανήματος και εξαρτημάτων του, επίδειξη από τον ασθενή της εφαρμογής του.
Διενέργεια ΠΠΚΜΥ στα πλαίσια του επανελέγχου ή για πιθανή αναπροσαρμογή των θεραπευτικών πιέσεων λαμβάνοντας υπόψιν ότι αναφερόμαστε σε χρόνιο νόσημα, συστήνεται σε περίπτωση σημαντικής απώλειας βάρους επί συνύπαρξης παχυσαρκίας, ή εφόσον ο ειδικός ιατρός του ύπνου το θεωρήσει αναγκαίο συσχετίζοντας το ιστορικό του ασθενούς, την ανταπόκριση και πορεία της θεραπείας και πιθανές συνοσηρότητες.
Οι ασφαλιστικοί οργανισμοί και γενικότερα το σύστημα υγείας της χώρας μας θα πρέπει να κατανοήσουν ότι η υποστήριξη των ασθενών που πάσχουν από διαταραχές του ύπνου και των εργαστηρίων που θέτουν τη διάγνωση και προβαίνουν σε θεραπεία είναι απαραίτητη διότι η θέση και η στάση αυτή είναι απολύτως ανταποδοτική, από κάθε άποψη, όπως αποδείχθηκε στις μελέτες κόστους όφελους που έχουν δημοσιευθεί έως τώρα.
Βιβλιογραφία
Chest 2007;132;1057-1072
Force of the Standards of Practice Committee of the American Academy of Sleep Medicine.Sleep 2006;29(3):381-4